Οι δημοσκοπήσεις για την πρόθεση ψήφου μετά τα δραματικά γεγονότα της τελευταίας εβδομάδας συμφωνούν στο ότι οι πολίτες μείωσαν κατά πολύ την στήριξή τους στα κόμματα. Τα μεγάλα ποσοστά αναποφάσιστων επιτρέπουν πλέον στα κομματικά επιτελεία να «παίξουν» ξανά για την σταδιακή ανάκτησή τους και έτσι οι σημερινές ισορροπίες μπορεί να δείχνουν όμοιες με αυτές πριν τα γεγονότα, είναι όμως σαφώς πιο ευμετάβλητες.
Στη δημοσκόπηση της ALCO για το “Πρώτο Θέμα” η διαφορά μεταξύ των δύο κομμάτων διαμορφώνεται στο 4,8%. Το ΠΑΣΟΚ συγκεντρώνει 31,4%, η Νέα Δημοκρατία 26,2%, το ΚΚΕ 7,9%, ο ΣΥΡΙΖΑ 7,5% και ο ΛΑΟΣ 4%. Ενα 23% κατανέμεται στα άλλα κόμματα (ερωτηματικό οι Οικολόγοι), το λευκό/άκυρο και την αδιευκρίνιστη ψήφο.
Αντίστοιχη δημοσκόπηση της Real News θέλει το ΠΑΣΟΚ να προηγείται της Νέας Δημοκρατίας κατά 5,6%. Συγκεκριμένα συγκεντρώνει 26,2%, η ΝΔ 20,6%, ο ΣΥΡΙΖΑ 7,2%, το ΚΚΕ 6,3% και ο ΛΑΟΣ 2,8%. Σε αυτή την περίπτωση η αδιευκρίνιστη ψήφος, τα λευκά/άκυρα και το άλλο κόμμα φτάνουν το εντυπωσιακό 36,9%.
Υπάρχει, ένα δεδομένο κι αυτό έχει σχέση με τη σταθερή υπεροχή του ΠΑΣΟΚ έναντι όλων των άλλων. Κι αυτή η υπεροχή κατακτήθηκε με επίμονο, σταθερό και μετριοπαθή αγώνα του Παπανδρέου, με θέσεις για όλα τα προβλήματα της ελληνικής κοινωνίας. Το ΠΑΣΟΚ έδειξε ότι έχει τις προϋποθέσεις για να ξανακερδίσει την κυβερνητική εξουσία κι αυτό, άλλωστε, είναι το ζητούμενο. Η Νέα Δημοκρατία φθίνει, εκφυλίζεται ως πολιτικός οργανισμός, και δεν έχει πλέον κάτι να προσφέρει στον τόπο. Τα πέντε χρόνια που κυβερνάει, έδειξε ότι δεν είχε πρόγραμμα, όραμα και όρεξη να εκσυγχρονίσει την Ελλάδα. Αντιθέτως, τα στελέχη της πάλεψαν για να πλασαριστούν σε καίριες θέσεις και να λεηλατήσουν την περιουσία του ελληνικού δημοσίου, αλλά και να ρημάξουν τα ασφαλιστικά ταμεία των εργαζομένων. Θα αναρωτηθεί κανείς γιατί το ΠΑΣΟΚ δεν κατάφερε ν’ αυξήσει θεαματικά το ποσοστό του, ενώ ακολουθεί μια σοβαρή και σώφρονα πολιτική. Είναι φανερό ότι η προσπάθεια του ΠΑΣΟΚ δυναμιτίστηκε από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης κι εξακολουθεί εν τινι μέτρω να υπονομεύεται η στάση του για όλα τα εσωτερικά και εξωτερικά προβλήματα του τόπου.
Πέντε χρόνια κυβερνάει ο Καραμανλής και η παράταξή του και τα σκάνδαλα που μας έχουν ταλαιπωρήσει κι εξακολουθούν να υποσκάπτουν τα θεμέλια της κοινωνίας μας, έχουν εξαφανίσει κάθε ίχνος από παλιότερες “αμαρτίες” του ΠΑΣΟΚ. Κι εδώ που τα λέμε, οι όποιες “αμαρτίες” του ΠΑΣΟΚ δεν είναι ΤΙΠΟΤΕ μπροστά στο σκάνδαλο της Μονής Βατοπεδίου, στο σκάνδαλο με τα δομημένα ομόλογα και ένα σωρό άλλες ανομίες και παρανομίες των στελεχών της Νέας Δημοκρατίας, αλλά και στην ασχετοσύνη και την ανικανότητα του Καραμανλή. Πού βρίσκουν, λοιπόν, την όρεξη οι τηλεδημοσιογράφοι να χαϊδολογάνε τους νεοδημοκράτες και συνεχώς να υπενθυμίζουν “οικεία κακά” στους Πασόκους;
Το τωρινό ΠΑΣΟΚ δεν έχει σχέση με το αμαρτωλό “εκσυγχρονιστικό”. Είναι δυνατόν να πορευόμαστε συνεχώς με τη σαχλαμάρα του “Χρηματιστηρίου”; Και στο κάτω της γραφής, χάσανε όσοι παίξανε. Δεν ήξεραν ότι το Χρηματιστήριο είναι τζόγος; Ξέρετε τι έλεγε κάποιος στο χωριό μου; “Ο πίνων μεθά και ο παίζων… χάνει”!
Τούτες τις μέρες παρακολουθήσαμε έντρομοι την ανικανότητα της κυβέρνησης και του πρωθυπουργού στην αντιμετώπιση της κατάστασης που δημιουργήθηκε με αφορμή τη δολοφονία του 15χρονου Αλέξανδρου από τον “ειδικό φρουρό”. Έφτασε στο σημείο ο υπουργός Παιδείας ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΗΣ, το βράδυ της δολοφονίας, να διασκεδάζει σε νυχτερινό κέντρο και την άλλη μέρα που συνταρασσόταν όλη η χώρα από το τραγικό γεγονός και στους δρόμους γινόταν της κακομοίρας, ΑΥΤΟΣ ο ίδιος υπουργός εθεάθη να παρακολουθεί ποδοσφαιρικό αγώνα στο Ολυμπιακό Στάδιο!!! Αυτό και μόνο θα ήταν αρκετό να παραιτηθεί, αλλά δεν συνέβη κάτι τέτοιο, αφού και ο ίδιος ο πρωθυπουργός τον κάλυψε πλήρως. Ο Καραμανλής έχει πλέον καταντήσει περίγελος και είναι έρμαιο της ανικανότητάς του όχι μόνο να διαχειριστεί κυβερνητικές ευθύνες, αλλά και να πάρει μια οποιαδήποτε λογική απόφαση.
Λοιπόν, αυτή τη στιγμή το ΠΑΣΟΚ είναι η πιο αξιόπιστη πολιτική λύση για τον τόπο. Είμαι βέβαιος ότι αυτό το 36,9% έχει, εν πολλοίς, δημιουργηθεί από την τακτική των ραδιοτηλεοπτικών μέσων ενημέρωσης και δεν ανταποκρίνεται στη πραγματική διάθεση του εκλογικού σώματος.