Εσωκομματικές εκλογές και διαδικασίες
Θα αποτελούσε μια ενδιαφέρουσα υπόθεση εργασίας, η τύχη του κ. Κώστα Σημίτη το 1996 αν αντί για την Κοινοβουλευτική Ομάδα για την εκλογή του έπρεπε να μιλήσει η «βάση» του ΠΑΣΟΚ. Ενδεχομένως οι πολίτες να είχαν, τότε, πιο σαφές το αίτημα του «εκσυγχρονισμού» από τους βουλευτές του κόμματος. Ισως, πάλι, η δύναμη του «ιστορικού ΠΑΣΟΚ» να ήταν τέτοια που σε μια ανοιχτή διαδικασία ο δύσκολος στις κοινωνικές του σχέσεις «κ. Καθηγητής» να έχανε απέναντι στο alter ego του Ανδρέα Παπανδρέου, κ. Ακη Τσοχατζόπουλο. Εν τέλει, ο κ. Σημίτης εξελέγη από την Κοινοβουλευτική Ομάδα με 86 ψήφους έναντι 75 του αντιπάλου του, και αφού στον πρώτο γύρο οι δυο τους ισοψήφησαν με 52 ψήφους, κι στη συνέχεια επιβεβαίωσε την ηγεσία του και στο συνέδριο, έστω κι αν χρειάστηκε το δίλημμα «αν δεν είμαι πρόεδρος, παραιτούμαι από πρωθυπουργός».
Οκτώ ακριβώς χρόνια μετά, ο σημερινός πρωθυπουργός εξελέγη από ένα εκατομμύριο πολίτες, ως μόνος υποψήφιος διάδοχος του Κ. Σημίτη, σε μια πανηγυρική διαδικασία που δεν διεκδικεί δάφνες οργάνωσης και, πάντως, απεδείχθη ότι δεν ήταν αρκετή για να βγάλει το ΠΑΣΟΚ από τη βαθιά κρίση στην οποία είχε εισέλθει. Το 2007, πάλι, όταν τα πράγματα σοβάρεψαν, με την ανθυποψηφιότητα του Ευ. Βενιζέλου, το ΠΑΣΟΚ, έχοντας το προηγούμενο του 2004, προχώρησε σε ανοιχτή διαδικασία εκλογής επί συγκεκριμένου καταλόγου. Οι ενστάσεις για τη διαδικασία δεν έλειψαν, ωστόσο οι ηττημένοι σεβάστηκαν το αποτέλεσμα.
Η Νέα Δημοκρατία βρίσκεται σήμερα στο ίδιο σταυροδρόμι και μοιάζει να κάνει τα πάντα σπασμωδικά. Από τη θέση «το καταστατικό είναι το ευαγγέλιό μας», τα στελέχη της προσχωρούν μαζικά στη γραμμή της εκλογής του νέου προέδρου από τη βάση. Εντάξει, το καταστατικό κάθε κόμματος δεν είναι η «Καινή Διαθήκη» να μην αλλάζει. Αλλά όταν το ίδιο το καταστατικό προβλέπει τις διαδικασίες αλλαγής του, η καταστρατήγησή του μόνον προβλήματα δημιουργεί. Το 2004, το ΠΑΣΟΚ οργάνωσε μια διαδικασία επιβεβαίωσης της ηγεσίας του κ. Γ. Παπανδρέου. Το 2009, η Νέα Δημοκρατία θα κληθεί να βιώσει τον πράσινο διχασμό του 2007, με τη σύγκρουση Παπανδρέου – Βενιζέλου, χωρίς να έχει την παραμικρή ιδέα για το πώς διεξάγονται ανοιχτές εκλογικές διαδικασίες. Και εδώ ελλοχεύει ο σημαντικότερος κίνδυνος για την αξιωματική αντιπολίτευση, το αποτέλεσμα να είναι ανοιχτό σε αμφισβήτηση είτε από αυτούς που συμμετείχαν στην κούρσα είτε, κυρίως, απ’ όσους έμειναν εκτός.
Τις τελευταίες ώρες δεν λείπουν τα στελέχη που υπαινικτικά σημειώνουν ότι, αν υπήρχαν καθαροί όροι για την εκλογή, ενδεχομένως θα υπέβαλλαν υποψηφιότητα. Το λένε διότι, η Ν.Δ επιλέγει ένα πρωθύστερο σχήμα, πρώτα εκδηλώνονται οι υποψηφιότητες (μέχρι απόψε το βράδυ) και στη συνέχεια, αύριο, καθορίζονται οι όροι της εκλογικής διαδικασίας. Πιθανότατα, τα εν λόγω στελέχη να μην έθεταν ούτως ή άλλως υποψηφιότητα. Ενδεχομένως, η στάση τους να έχει στόχο να «παίξουν» ανέξοδα στους εν δυνάμει διαδόχους και να αθροίσουν ένα πολιτικό κεφάλαιο για το μέλλον. Οι Γάλλοι μπορεί να λένε πως «οι απόντες έχουν πάντα άδικο», αλλά σε κρίσιμες περιόδους, όπως αυτή, η Ν.Δ. δεν έχει την πολυτέλεια για υποθετικές ερωτήσεις.
- Tου Γιωργου Τερζη, Η Καθημερινή, 15/10/2009