Αρχείο

Archive for the ‘Επανίδρυση’ Category

Η επανίδρυση της Νέας Δημοκρατίας

Οκτώβριος 11, 2009 Σχολιάστε
  • Toυ Στρατη Στρατηγη*, Η Καθημερινή, 11/10/2009

Ο κύκλος της «Μεταπολίτευσης» έκλεισε. Από τα δύο προδικτατορικά παραδοσιακά αστικά κόμματα που επικράτησαν ακόμη και στη Βουλή του 1974, το ένα, η Ενωση Κέντρου, σαν συνεπακόλουθο της διασπάσεώς της μετά την Αποστασία το 1965, διαμελίσθηκε και εξαφανίστηκε. Το άλλο, η ΕΡΕ, με το νέο της όνομα Νέα Δημοκρατία, παρά τη συντριπτική του πρώτη νίκη υπό τον επανελθόντα πρώην ηγέτη του, έχασε με τον καιρό τον αστικό του χαρακτήρα. Δεν μπόρεσε, παρά τις προσπάθειες που έγιναν αμέσως μετά την ίδρυσή του για τη βελτίωση των εσωκομματικών του δημοκρατικών δομών, να αποκτήσει τα ιδιαίτερα πολιτικά και οργανωτικά χαρακτηριστικά των συγγενών του ευρωπαϊκών κεντροδεξιών, φιλελεύθερων ή συντηρητικών κομμάτων. Διατήρησε και διατηρεί ακόμη και σήμερα το μεγαλύτερο μέρος της εκλογικής του βάσης, στηριγμένο όμως στη συντεχνιακή συνοχή των πολιτευτών του και στην πελατειακή του δομή. Στην πορεία της η Νέα Δημοκρατία, μετά την ηγεσία του Κωνσταντίνου Καραμανλή και την εκλογική ήττα του το 1981, μέχρι την πρόσφατη εκλογική της ήττα, ταλανίστηκε από περιόδους εσωστρέφειας και διαφορετικής προσωπικότητας και ποιότητας ηγεσίες. Εχασε σταδιακά το ιδεολογικό της στίγμα, το τεκμήριο του αστικού της ήθους και την παλαιά ποιότητα και ικανότητα του πολιτικού της προσωπικού. Παρασύρθηκε και μιμήθηκε τις πολιτικές πρακτικές του αντιπάλου της κόμματος της δεκαετίας του ’80 και στελεχώθηκε από δυναμικά μεν αλλά άπειρα πρόσωπα προερχόμενα και αυτά από τον λεγόμενο «κομματικό σωλήνα» μέχρι και πρόσφατα, αγνοώντας ότι εν τω μεταξύ ο αντίπαλος είχε αλλάξει.

Γι’ αυτό δεν μπόρεσε η Νέα Δημοκρατία το 2004, έπειτα από 20 περίπου συναπτά χρόνια διακυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ, όταν ανέλαβε εκ νέου, με άνετη πλειοψηφία, την εξουσία, να εφαρμόσει το τότε ζητούμενο, αποτυπωμένο στα λόγια του νέου της αρχηγού με το «σεμνά και ταπεινά», νέο τρόπο άσκησης της εξουσίας. Πέρα από την ανικανότητα των κυβερνήσεών της να εφαρμόσει το εκλογικό της πρόγραμμα, την ανεπαρκή εποπτεία των από τον Κώστα Καραμανλή, εμφάνισε θλιβερά φαινόμενα προκλητικής συμπεριφοράς και καταχρηστικής προς ίδιον όφελος άσκησης της εξουσίας ακόμη και κορυφαίων της στελεχών.

Τέτοια φαινόμενα και παρόμοιες συμπεριφορές είχαν εμφανισθεί από μερίδα του ΠΑΣΟΚ μετά την κατάκτηση της εξουσίας το 1981. Χωρίς να αποτελεί δικαιολογία δεν μπορεί να μη λάβουμε υπόψη για τη συμπεριφορά αυτή το στοιχείο της κοινωνικής ανατροπής που είχε η μέσω του ΠΑΣΟΚ, από πολιτικής άποψης ωφέλιμη για τη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος, ενσωμάτωση στην κοινωνική και οικονομική ζωή του μεγάλου εκείνου τμήματος του ελληνικού λαού που είχε κρατηθεί μετεμφυλιακά στο περιθώριο. Η ανικανότητα ή και η απροθυμία των τότε αστικών κομμάτων, εξαιτίας της αντικομμουνιστικής υστερίας και αλλά και των κομματικών σκοπιμοτήτων των, ματαίωσε οποιαδήποτε προσπάθεια εφαρμογής πολιτικών λήθης για τα συμβάντα του εμφυλίου. Ο διωγμός, με κορύφωση τα χρόνια της Δικτατορίας, οποιουδήποτε «αριστερού» επί 25 χρόνια, δημιούργησε μέσα στους κόλπους του ΠΑΣΟΚ, που εκπροσώπησε αρχικά πολιτικά αυτή τη μερίδα του εκλογικού σώματος, μια κινηματική και ρεβανσιστική δυναμική. Συνδυασμένη με τον λαϊκισμό σαν μόνη πολιτική έκφραση και συμπεριφορά του συρμού, έγιναν σύμβολα άρνησης μιας προηγούμενης καταπιεστικής πολιτικής και κοινωνικής δομής. Καθιέρωσαν ένα καινούργιο πολιτικό ανθρωπότυπο που επεκτάθηκε σε όλα τα στρώματα της κοινωνίας, τα ΜΜΕ, τα επαγγέλματα και τους κομματικούς σχηματισμούς. Η επίδειξη του νεοαποκτηθέντος πλούτου, ο χυδαϊσμός και η προσποιητή ελευθεριότητα χαρακτήριζαν πλέον τη δημόσια εμφάνιση του μεγαλύτερου αριθμού του πολιτικού προσωπικού και των προσκειμένων των και στα δύο κόμματα.

Το ΠΑΣΟΚ μετά την πρώτη εμφάνισή του το 1974, παρά τον εμπλουτισμό του με ακόμη περισσότερα στελέχη και οπαδούς της υπό διάλυση Ενωσης Κέντρου, κράτησε τον κινηματικό και λαϊκίστικό του χαρακτήρα υπό την ηγεσία του Ανδρέα Παπανδρέου όλη τη δεκαετία του ’80. Χαρακτηριστικό ήταν ότι μόνο μετά την εκλογική ήττα του 1990 ζήτησε και έγινε μέλος της Σοσιαλιστικής Διεθνούς. Μετά την ανάληψη της ηγεσίας από τον Κώστα Σημίτη, μεγαλοαστικής καταγωγής, συνεπή αριστερό, με πολλές ευρωπαϊκές διασυνδέσεις, άρχισε να μεταλλάσσεται σε σύγχρονο σοσιαλδημοκρατικό κόμμα. Δραστηριοποιήθηκε στη Σοσιαλιστική Διεθνή, βελτίωσε το πολιτικό του προσωπικό, συνδέθηκε στενότερα και συμμετείχε ενεργά στο ευρωπαϊκό γίγνεσθαι της περιόδου του 1990. Θυμάμαι χαρακτηριστικά αυτό που μου είπε υπερήλιξ υπερσυντηρητικός συγγενής μου, μετά την αντιπαράθεση του Κ. Σημίτη με τον Μιλτιάδη Εβερτ στο debate του 1996: «Εγώ θα ψηφίσω Σημίτη αλλά φοβάμαι ότι θα βγει το ΠΑΣΟΚ». Η δεύτερη νίκη του στις εκλογές του 2000 επισφράγισε τη μετάλλαξή του αυτή. Η επιλογή το 2004 του Γεωργίου Παπανδρέου στην ηγεσία του ΠΑΣΟΚ, η ικανότητα την οποία επέδειξε από τότε να απαλλαγεί σταδιακά ή να περιθωριοποιήσει στελέχη που θύμιζαν το λεγόμενο «βαθύ ΠΑΣΟΚ» της δεκαετίας του ’80, ο ήπιος τρόπος με δημοκρατικές διαδικασίες που αντιμετώπισε την αμφισβήτησή του το 2007, η αλλαγή του κομματικού λόγου, η προσηνής του συμπεριφορά και η ποιότητα του στενού του περίγυρου έπεισαν τη λεγόμενη μετακινούμενη κεντρώα ψήφο να τον εμπιστευθεί και προ ημερών να του προσπορίσει τη μεγάλη πλειοψηφία για τη διακυβέρνηση της χώρας.

Απομένει ακόμη, για να κλείσει ο κύκλος της Μεταπολίτευσης με τον οποίο προλογίζω το άρθρο μου, να ανταποκριθεί η Νέα Δημοκρατία υπό τη νέα ηγεσία που θα εκλέξει, στην πρόκληση των καιρών. Να «επανιδρυθεί» στα πρότυπα των συγγενών της ευρωπαϊκών κομμάτων, να βρει το καινούργιο της ιδεολογικό στίγμα και να προσελκύσει πάλι από τη δεξαμενή του μεσαίου χώρου καινούργια στελέχη που θα βελτιώσουν το πολιτικό της προσωπικό και θα επαναφέρουν το χαμένο της ήθος.

* Ο κ. Στράτης Στρατήγης είναι τ. βουλευτής Επικρατείας.