Αρχείο

Posts Tagged ‘Απόψεις’

Διαλυμένο κράτος

Δεκέμβριος 18, 2008 Σχολιάστε

[ ΤΡΙΤΗ ΑΠΟΨΗ ]

Το δημόσιο συμφέρον ακυρώνεται, χρειάζεται συγκρότηση από την αρχή
Της Ελίζας Παπαδάκη, ΤΑ ΝΕΑ: Τετάρτη 17 Δεκεμβρίου 2008

Η συζήτηση που αρχίζει σήμερα στη Βουλή για τον προϋπολογισμό δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από το φοβερό δεκαήμερο που προηγήθηκε: τον φόνο εν ψυχρώ του μαθητή Αλέξη Γρηγορόπουλου από αστυνομικό το βράδυ της 6ης Δεκεμβρίου, την καθολική κοινωνική διαμαρτυρία, την κινητοποίηση των μαθητών σε όλη τη χώρα, τις μειονοτικές σίγουρα, αλλά πιο μαζικές παρά ποτέ εκδηλώσεις ακραίας βίας ενάντια σε δημόσιες και ιδιωτικές περιουσίες. Αναμφίβολα δεν θα λείψουν οι ρητορικές αναφορές στους νέους, στην ανάγκη φροντίδας για το μέλλον τους, ούτε η οξεία αντιπαράθεση μεταξύ των κομμάτων ως προς τις ευθύνες για όσα συμβαίνουν. Κάποιος λόγος ίσως γίνει και για το πώς θα εξασφαλισθούν οι δεκάδες των εκατομμυρίων που απαιτούνται για να αποκατασταθούν οι ζημίες που προξένησε η οργή πολλών νέων ανθρώπων, η απονομιμοποίηση στα μάτια τους κάθε έννοιας δημόσιας τάξης.

Αλλού είναι όμως η ουσιαστική σύνδεση: ο προϋπολογισμός οφείλει να απεικονίζει ολόκληρο το κράτος, αναλυτικά το σύνολο των δράσεών του μέσα από τα κονδύλια που εγγράφονται για κάθε μία από αυτές: αυτές τις δράσεις και την ιεράρχησή τους καλούνται σε μια δημοκρατική διαδικασία να εγκρίνουν οι εκλεγμένοι αντιπρόσωποι του έθνους, όχι απλώς τα χρηματικά ποσά που τους αντιστοιχούν. Εδώ χρειάζεται πραγματική, εις βάθος πολιτική αντιπαράθεση. Αλλά πιο πλασματικός από κάθε προηγούμενη φορά, ο νέος προϋπολογισμός συσκοτίζει το προβληματικό κράτος που ανέδειξαν εκρηκτικά τα τελευταία γεγονότα, που ζουν ούτως ή άλλως σε μόνιμη βάση οι πολίτες, που απειλούνται πλέον και οι κατακερματισμένες στοιχειώδεις λειτουργίες του καθώς με την αλματώδη άνοδο των επιτοκίων δανεισμού φτάνει στο χείλος της δημοσιονομικής κρίσης, της αδυναμίας πληρωμών. Στο επίπεδο της τρέχουσας πολιτικής ελάχιστοι πια αμφισβητούν ότι η διαχείριση της παρούσας κυβέρνησης είναι κάκιστη σε πολλούς τομείς, οπωσδήποτε σε ό,τι έχει να κάνει με τη νεολαία και την αντιμετώπισή της από τους θεσμούς του κράτους: την Αστυνομία εν προκειμένω, και δεν ήσαν λίγα τα βάναυσα επεισόδια ώσπου να φτάσουμε στην τωρινή κορύφωση, αλλά βέβαια και το εκπαιδευτικό σύστημα, όλους τους μηχανισμούς που αποτυγχάνουν να εξασφαλίσουν στους νέους ανθρώπους καλή και βιώσιμη επαγγελματική προοπτική, πρόληψη υγείας, αναψυχή, πολιτισμό, προοπτική ζωής εν τέλει. Εύλογο μέσα στην τωρινή κρίση ακούστηκε έτσι από την αντιπολίτευση το αίτημα να τελειώνουμε πια με την κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας. Και μακάρι να γίνουν εκλογές, να αναδειχτεί άλλος Πρωθυπουργός, να οριστούν καλύτεροι υπουργοί. Το θέμα είναι τι συγκεκριμένα θα κάνουν με το κράτος.

Στην έξαψη των ημερών ακούσαμε αρκετές αναφορές στο «κράτος καταστολής» που παραπέμπουν σε άλλες εποχές. Κράτος που σκότωνε άοπλους νέους ανθρώπους είχαμε και το 1936, την περίοδο μετά τον Εμφύλιο μέχρι και το 1965, τα χρόνια της χούντας. Τότε οι δυνάμεις της καταστολής υπηρετούσαν μιαν αυταρχική πολιτική εξουσία ενάντια σε μαζικά δημοκρατικά κινήματα που πάλευαν να την αλλάξουν. Στους φόνους διαδηλωτών από την Αστυνομία τα χρόνια της Μεταπολίτευσης, μέχρι και του δεκαπεντάχρονου Μιχάλη Καλτεζά το 1985, ανιχνεύεται ακόμα εκείνο το νήμα. Η πολιτική εξουσία δεν ήταν πια η ίδια, στο κράτος όμως, στην Αστυνομία, στον Στρατό, δρούσαν κατάλοιπα από το προηγούμενο καθεστώς. Σήμερα, τριάντα πέντε χρόνια μετά το τέλος της δικτατορίας, αυτό δεν συμβαίνει. Πολύ περισσότερο έχουμε να κάνουμε με ένα κράτος διαλυμένο, κατακερματισμένο, πολλαπλά ιδιωτικοποιημένο από ποικίλα κομματικά, οικονομικά, συντεχνιακά συμφέροντα, χωρίς ενιαία συγκρότηση και λειτουργία, χωρίς δεοντολογικούς κανόνες, διαδικασίες ελέγχου, καταλογισμό ευθυνών. Έτσι εκτρέφεται αφ΄ ενός η διαφθορά, αφ΄ ετέρου η αυθαιρεσία λειτουργών του που συχνά φτάνει στην παραβίαση θεμελιωδών δικαιωμάτων, στη βία, τώρα και στον φόνο.

Αν όμως το κράτος είναι διαλυμένο, τότε το δημόσιο συμφέρον έχει ακυρωθεί, δημόσια αγαθά δεν υπάρχουν. Αυτό δεν προέκυψε την περασμένη εβδομάδα, ούτε πρόπερσι το καλοκαίρι, τότε που καιγόταν η μισή Ελλάδα και χάθηκαν τόσες ζωές επειδή ούτε οργανωμένη πρόληψη υπήρχε, ούτε η κατάσβεση μπορούσε να συντονιστεί σωστά. Δεκαετίες διαρκεί η διαδικασία και δεν αντιστράφηκε από επιμέρους προσπάθειες που πράγματι δημιούργησαν κάποιες φωτεινές νησίδες εδώ κι εκεί. Χρειάζεται επομένως το κράτος να συγκροτηθεί από την αρχή, για να εγγυηθεί το δημόσιο συμφέρον, την ασφάλεια της ζωής όλων των πολιτών, σωστή παιδεία, καλές υπηρεσίες υγείας για όλους, το φυσικό περιβάλλον, τον πολιτισμό. Και αυτό προϋποθέτει μια πελώρια πολιτική προσπάθεια με την ενεργό συμμετοχή συλλογικών οργανώσεων που ακόμα δεν έχουν διαμορφωθεί, ριζική αλλαγή συνειδήσεων και πρακτικών. Μοιάζει δηλαδή εξαιρετικά δύσκολο. Αλλά όσο δεν γίνεται, η απελπισία θα μεγαλώνει. Έχουμε αρκετά δεδομένα για να αρχίσουμε να φανταζόμαστε τι μπορεί να επακολουθήσει: άλλες συλλογικότητες να γεννιούνται, αντίπαλες μεταξύ τους, συγκρούσεις πολύ πιο άγριες από αυτές που ζήσαμε τούτες τις μέρες.

Η ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΤΗΣ ΠΑΡΟΥΣΑΣ κυβέρνησης είναι κάκιστη σε πολλούς τομείς, οπωσδήποτε σε ό,τι έχει να κάνει με τη νεολαία και την αντιμετώπισή της από τους θεσμούς του κράτους: την Αστυνομία

Advertisements

Η αξιολόγηση της Αστυνομίας

Δεκέμβριος 9, 2008 Σχολιάστε

Του Θάνου Π. Ντόκου*

Η δολοφονία 15χρονου μαθητή στην περιοχή των Εξαρχείων από ειδικό φρουρό πιθανόν να αποτελεί «τυχαίο» περιστατικό λόγω ανθρώπινου σφάλματος ή «επίδειξη ανδρισμού» από τον δράστη. Θα πρέπει να θεωρηθεί όμως σχεδόν νομοτελειακή εξέλιξη της πολιτικής που έχει ακολουθηθεί τόσο σχετικά με το «ανεξάρτητο κράτος των Εξαρχείων» όσο και με την κατάλυση και κατάχρηση της έννοιας του πανεπιστημιακού ασύλου από εξωπανεπιστημιακά και κακοποιά στοιχεία. Παράλληλα, παρατηρείται αδυναμία τήρησης της τάξης και επιβολής του νόμου όσον αφορά τη δράση των κουκουλοφόρων, αλλά και σχετικά με τη βία των γηπέδων, με δεδομένες και τις παθογένειες του δικαστικού συστήματος που καθιστούν εξαιρετικά δυσχερή (όχι προφανώς από πρόθεση) την καταδίκη των συλληφθέντων «κουκουλοφόρων» και χούλιγκαν.

Το ζήτημα προφανώς είναι πολύ ευρύτερο από την ανικανότητα ή την έλλειψη λογοδοσίας της αστυνομίας. Ο γράφων τρομάζει στη σκέψη και μόνο ότι μεταξύ των κουκουλοφόρων ίσως να υπάρχουν και παρακρατικοί, εξ ου και η ανοχή, και αναζητεί άλλες εξηγήσεις. Ίσως λοιπόν για τις εκάστοτε ελληνικές κυβερνήσεις η επίδειξη ανοχής για «διαμαρτυρίες» αυτού του τύπου να υπήρξε μια εύκολη και σχετικά φθηνή διέξοδος για την εκτόνωση κοινωνικών εντάσεων (που θα οξύνονται τόσο λόγω της οικονομικής κρίσης όσο και του αισθήματος αποκλεισμού και έλλειψης ελπίδας για το μέλλον που αισθάνεται τμήμα της νεολαίας, γηγενούς προς το παρόν, με τη μελλοντική προσθήκη μεταναστών) και την οποία σπεύδουν να εκμεταλλευθούν επιτήδειοι από τον αντι-εξουσιαστικό χώρο (και ίσως όχι μόνο). Η λύση προφανώς δεν είναι μόνο η αποτελεσματική καταστολή ή η ελεύθερη «επαναστατική γυμναστική». Τα κοινωνικά προβλήματα επιλύονται με κοινωνικά και οικονομικά εργαλεία, ως αποτέλεσμα σοβαρού προβληματισμού και μελέτης.

Είναι προφανές ότι στον χώρο της εθνικής ασφάλειας και δημόσιας τάξης υπάρχει ένα γενικότερο πρόβλημα διαχείρισης και αξιοποίησης ανθρώπινου δυναμικού, ενώ σημαντικό έλλειμμα καταγράφεται και στον τομέα του συντονισμού. Οι ευθύνες είναι προφανώς διαχρονικές και διακομματικές και δεν αφορούν μόνο επιλογές προσώπων, τόσο όσον αφορά την πολιτική όσο και τη φυσική ηγεσία των αρμόδιων υπηρεσιών.

Το πρόβλημα έγκειται στη νοοτροπία, την εκπαίδευση και την οργανωσιακή κουλτούρα (και χαρακτηρίζει και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα στην Ελλάδα). Συνδέεται, επίσης, με την έλλειψη αξιοκρατίας και εδώ η ευθύνη βαρύνει κυρίως τα κόμματα εξουσίας. Τέλος, προβληματίζουν και τα φαινόμενα ατιμωρησίας, με «χαλαρή» αντιμετώπιση σοβαρών περιστατικών και παραμονή των παραβατών στο Σώμα (π.χ. «σύγκρουση με ζαρντινιέρα» Κύπριου φοιτητή στη Θεσσαλονίκη), προφανώς λόγω «παραθύρων» στον πειθαρχικό κώδικα (φαινόμενο που συναντάται και σε άλλους χώρους, π.χ. εφοριακοί, ιατροί, δικηγόροι κ.λπ.), αλλά και των πιέσεων που ασκούνται από συνδικαλιστικές οργανώσεις.

Βεβαίως, με τις ανωτέρω διαπιστώσεις αδικούμε πολλά άξια και ικανά στελέχη που κοπιάζουν καθημερινά και σε ορισμένες περιπτώσεις βάζουν σε κίνδυνο τη σωματική τους ακεραιότητα και την ίδια τους τη ζωή για να εκτελέσουν το καθήκον τους (βλέπε Ζωνιανά, Σαντορίνη, και πολλές άλλες περιπτώσεις). Επίσης, θα πρέπει να εξάρει κανείς τόσο τη λειτουργία της ΕΛ.ΑΣ. στη σύλληψη Παλαιοκώστα όσο και τη θαρραλέα στάση αστυνομικών και δικαστικών λειτουργών στην υπόθεση Κεφαλογιάννη. ΄Η την πρωτοβουλία διοικητή πυροσβεστικού σταθμού για τη βελτίωση των συνθηκών εργασίας των υφισταμένων του και την αύξηση της «επαγγελματικής τους υπερηφάνειας», με αναμενόμενη άνοδο της αποτελεσματικότητας στην εκτέλεση των καθηκόντων τους.

Όμως, είναι επιτακτική η ανάγκη ανόδου του μέσου όρου και η δημιουργία μιας «κρίσιμης μάζας» .στελεχών και όχι συνέχιση της σημερινής κατάστασης όπου στηριζόμαστε στο φιλότιμο και το μεράκι αριθμητικά ολίγων ικανών ατόμων. Θεωρούμε ότι η ΕΛ.ΑΣ. και οι άλλες ελληνικές υπηρεσίες ασφαλείας διαθέτουν αξιόλογο έμψυχο δυναμικό. Θα προχωρήσουμε, όμως, στην αξιοποίησή του;

* Ο κ. Θάνος Π. Ντόκος διδάσκει στη Σχολή Εθνικής Ασφάλειας.
Κατηγορίες:ΑΛΕΞΗΣ, Ελληνική Αστυνομία Ετικέτες:

Να πείσουμε τα παιδιά

Δεκέμβριος 9, 2008 Σχολιάστε

Στη χθεσινή καταστροφική νύχτα υπήρξαν πολλοί άνθρωποι που είδαν σαραντάρηδες, «μπαχαλάκηδες» να λειτουργούν σε πλήρη συντονισμό με τις δυνάμεις των ΜΑΤ.

Οι πρώτοι έσπαγαν ανεξέλεγκτα ό,τι έβρισκαν μπροστά τους, ανενόχλητοι. Οι δυνάμεις της αστυνομίας απουσίαζαν ή παρατηρούσαν αμέτοχες, ενώ τα ΜΑΤ έριχναν τα καπνογόνα στους διαδηλωτές των οργανωμένων μπλοκ. Οι καταστροφείς έφτασαν μέχρι και την Καλλιρρόης σπάζοντας και καίγοντας ό,τι έβρισκαν μπροστά τους.

Ομως το χειρότερο και από αυτήν ακόμη την καταστροφή και την έλλειψη κάθε ελέγχου στη μανία των εξωφοιτητικών στοιχείων είναι ότι η γενιά μας, η γενιά των γονιών δεν μπορεί να πείσει τα παιδιά της. Ποιος από μας μπορεί να απαντήσει πειστικά στα πιο απλά ερωτήματα που θέτουν.

«Κι εσύ τι κάνεις για να αλλάξεις την κατάσταση;» με ρώτησε η μικρή που προσπαθούσα να πείσω για το αδιέξοδο του εμπρησμού και του πετροπόλεμου. Και επειδή τα παιδιά είναι αμείλικτα, ακολούθησε κι άλλη ερώτηση: «Εσύ τι θα έκανες εάν στη θέση του Αλέξη ήταν το παιδί σου, εάν στη θέση της μητέρας του ήσουν εσύ;».

Για ποια πολιτική πάλη να τα πείσουμε όταν όλα τα κόμματα -μηδέ εξαιρουμένης της Αριστεράς- τσαλαβουτούν στα λασπόνερα της Βιστωνίδας και σε όλο τον ζόφο που αναδύει το σκάνδαλο του Βατοπεδίου, συμμετέχοντας στο σκηνικό της Εξεταστικής Επιτροπής;

Ποια εναλλακτική εξουσία να προτείνουμε όταν τα κόμματα ανίκανα να διαχειριστούν το μεγαλύτερο σκάνδαλο των τελευταίων δεκαετιών κοκορομαχούν αμήχανα μπροστά στο τσουνάμι της κρίσης;

Πώς να τα πείσουμε για τους θεσμούς όταν η αστυνομία για πολλοστή φορά, εξάντλησε τον ρόλο της σε μια βεντέτα με τους «Αθλίους» των Εξαρχείων που επί χρόνια «καταδιώκει» και σε ένα κλεφτοπόλεμο που, όλοι ξέραμε, ότι ήταν θέμα χρόνου να φτάσει στα άκρα.

Πώς να μιλήσουμε στα παιδιά για σεβασμό της τάξης και της κοινωνικής γαλήνης – όταν ένας ειδικός φρουρός αρκεί για να αποδείξει ότι σε αυτήν την πόλη, η ζωή είναι ένα τίποτε.

Πώς να τα αποτρέψουμε από την ακραία συμπεριφορά όταν τίποτε στη δημόσια ζωή δεν μοιάζει σήμερα κανονικό και νόμιμο; Με ξαναρώτησε: «και σεις τι κάνετε εκτός από τη δουλειά και την ανακύκλωση;». Kαι τότε έκανα το λάθος να μιλήσω για το παρελθόν της γενιάς μας. Για όλα αυτά που έχουμε σε πρώτη γραμμή: για το μαζικό κίνημα που απέτρεψε την καταστροφική μανία των αναρχοαυτόνομων στα μέσα της δεκαετίας του ’80, για το Πολυτεχνείο, για τις συλλογικότητες και τα οράματα.

«Σταματήστε πια να ζείτε με το παρελθόν της γενιάς σας. Σε αυτό έχετε μείνει και δεν καταλαβαίνετε τι γίνεται σήμερα», μου απάντησαν.

Ήταν σαν να άκουσα παραφρασμένο τον Πορτοκάλογλου να τραγουδά «της μεταπολίτευσης βολεμένη γενιά». [Της Χριστινας Κοψινη, Η Καθημερινή, Tρίτη, 9 Δεκεμβρίου 2008]